|
|||
![]() |
![]() |

Η άσκηση μελισσοκομίας τις μελισσοκομίας στις Κυκλάδες έχει βαθιές ρίζες, οι οποίες χάνονται στα βάθη των αιώνων. Κατά τη Νεολιθική Εποχή η μελισσοκομία φαίνεται πως δεν ήταν ακόμη γνωστή, οι άνθρωποι ωστόσο των Κυκλάδων χρησιμοποιούσαν το κερί των μελισσών και κατανάλωναν το μέλι, τα οποία προμηθεύονταν με κυνήγι μελιού, τρυγώντας δηλαδή τις φωλιές των άγριων μελισσιών. Στον νεολιθικό οικισμό της Φτελιάς (5η χιλιετία π.Χ.), στη Μύκονο, έχουν αποκαλυφθεί αγγεία, στα οποία η εργαστηριακή ανάλυση εντόπισε υπολείμματα κεριού μελισσών (Roffet-Salque et al., 2015).
Η έναρξη άσκησης μελισσοκομίας στο Αιγαίο θα πρέπει, σύμφωνα με τα υφιστάμενα δεδομένα, να τοποθετηθεί στην Εποχή του Χαλκού. Πότε ακριβώς συνέβη αυτό δεν είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε. Σε κάθε περίπτωση έχουμε στη διάθεσή μας αρκετά στοιχεία (Μαυροφρύδης 2006) ώστε να ισχυριστούμε πως τουλάχιστον κατά τη δεύτερη προχριστιανική χιλιετία στο νότιο Αιγαίο ασκείτο μελισσοκομία.
Η άσκηση μελισσοκομίας στον μινωικό-μηκηναϊκό κόσμο τεκμαίρεται και από τα γραφόμενα στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ γραφής, οι οποίες χρονολογούνται μεταξύ του 14ου και 12ου π.Χ. αιώνα. Η Γραμμική Β΄ είναι ως γνωστόν συλλαβική γραφή που αποδίδει μια πρώιμη ελληνική γλώσσα. Το μέλι, το κύριο προϊόν της μελισσοκομίας, απαντά στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ (Ventris & Chadwick 1973: 560) ως me-ri, γενική me-ri-to (μέλι, μέλιτος – το r και το l αποδίδονται με το ίδιο σημείο και τα σύμφωνα στο τέλος δεν καταγράφονται), με την ίδια δηλαδή ονομασία που χρησιμοποιούμε και σήμερα, μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες. Ο μελισσοκόμος φαίνεται πως αποδίδεται ως me-ri-te-wo (μελιτέως), ονομασία που σχηματίζεται από τη λέξη μέλι και παραπέμπει στο μεταγενέστερο «μελισσεύς» που μαρτυρείται στον Αριστοτέλη (Казанскене & Казанский 1986: 99).
Παρόλο όμως που η άσκηση μελισσοκομίας στο νότιο Αιγαίο κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. θεωρείται δεδομένη, δεν γνωρίζουμε τον τύπο ή τους τύπους των χρησιμοποιούμενων κυψελών. Υπάρχουν αρκετές προτάσεις (Faure 1973: 159· Ruttner 1979· Davaras 1986· Melas 1999: 489· Μαυροφρύδης 2006· Harissis & Harissis 2009: 20-22, 25· D’ Agata & De Angelis 2014· Papageorgiou 2016), όλες ωστόσο κινούνται στη σφαίρα της υπόθεσης και για την ώρα δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για τις κυψέλες της περιόδου.
Η διασωθείσα αρχαιοελληνική γραμματεία δεν μας παρέχει πληροφορίες σχετικά με τους χρησιμοποιούμενους τύπους κυψελών και όσα γνωρίζουμε για αυτούς οφείλονται στην αρχαιολογική έρευνα. Οι παλαιότερες (σίγουρες) πήλινες κυψέλες στην Ελλάδα μαρτυρούνται αρχαιολογικά από τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα (Rotroff 2006: 126-127), ενώ θραύσματα κυψελών ανάγονται στα τέλη του 6ου / πρώτο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα. (Μαυροφρύδης & Χαιρετάκης 2019). Στις Κυκλάδες, οι παλαιότερες αποκαλυφθείσες πήλινες κυψέλες χρονολογούνται στην Ελληνιστική Εποχή και έχουν έρθει στο φως στην Άνδρο (Βιβλιοδέτης 2017), την Κέα (Karnava et al. 2015), τη Δήλο (Siebert 1988), την Πάρο (Μαυροφρύδης 2018), τη Νάξο (Ζαφειροπούλου 2018), τη Σέριφο, τη Σίφνο και τη Μακρόνησο (Rotroff 2006, 125-27).
Οι αρχαίες πήλινες κυψέλες των Κυκλάδων ανήκουν, σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, στον οριζόντιο μονόστομο τύπο, που ήταν ο πλέον κοινός της αρχαιότητας. Πήλινα πώματα, ελληνιστικής περιόδου, που εφάρμοζαν σε αυτόν τον τύπο κυψελών και έχουν αποκαλυφθεί στην Πάρο, έφεραν πλήθος μικρών οπών για την είσοδο των μελισσών. Η χρήση παρόμοιων πωμάτων κατά την παραδοσιακή άσκηση της μελισσοκομίας με πήλινες κυψέλες ιδίου τύπου σε αρκετά Κυκλαδονήσια, τα οποία αποσκοπούσαν στην προστασία των μελισσιών από τη μεγαλόσωμη σφήκα Vespa orientalis, οδήγησε στο συμπέρασμα πως και οι μελισσοκόμοι της αρχαιότητας μεταχειρίζονταν τα εν λόγω πώματα για τον ίδιο ακριβώς σκοπό (Μαυροφρύδης 2018).
Για τη μελισσοκομία των Κυκλάδων κατά τους Μέσους Χρόνους και τη Λατινοκρατία δεν διαθέτουμε αξιόλογα στοιχεία. Ο αββάς Δελλαρόκας από τη Σύρο ωστόσο, στα τέλη του 18ου αιώνα, διαπιστώνοντας πως η μελισσοκομία στη Γαλλία όπου βρέθηκε υπολειπόταν από την αντίστοιχη των Κυκλάδων, εξέδωσε τρίτομο έργο, το οποίο έμελε να επηρεάσει σημαντικά την εξέλιξη της γαλλικής και όχι μόνο μελισσοκομίας. Στο έργο του ο Δελλαρόκας κάνει λόγο για τις παραδοσιακές κυψέλες των Σύρου, πήλινες και λίθινες, τα εργαλεία, καθώς και τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους, τις οποίες, συγκρίνοντάς τες με τις αντίστοιχες των Γάλλων μελισσοκόμων, τις βρήκε κατά πολύ ανώτερες. Προτείνει επίσης μια πρωτοποριακή διώροφη σανιδένια κυψέλη με κινητές κηρήθρες, για τις οποίες είχε γνώση από μαρτυρίες τρίτων που τις συνάντησαν στην Κρήτη (Della Rocca 1790, ΙΙ, 466, 498).
Η μελισσοκομία στις Κυκλάδες ασκείτο αποκλειστικά παραδοσιακά, ήτοι με τη χρήση παραδοσιακών τύπων κυψελών, έως την τέταρτη δεκαετία του 20ού αιώνα που εμφανίστηκαν οι πρώτες σύγχρονες πλαισιοκυψέλες (Χονδρός 2015, 103-104). Ακόμη όμως και κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970, σε πολλά από τα νησιά, η πλειονότητα των τοπικών μελισσοκόμων εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί, παραδοσιακές κυψέλες. Στις μέρες μας η παραδοσιακή μελισσοκομία έχει εγκαταλειφθεί, και μόνον σε ορισμένα νησιά, όπως στην Πάρο, την Αντίπαρο, την Αμοργό και τη Σίκινο, υπάρχουν ορισμένοι μελισσοκόμοι, οι οποίοι, παράλληλα με τις σύγχρονες κυψέλες τους, μεταχειρίζονται και κάποιες παραδοσιακές.
Κατά τους τελευταίους αιώνες, το συνηθέστερο υλικό για την κατασκευή κυψελών στα νησιά των Κυκλάδων ήταν ο πηλός και σε πολλά από αυτά το μοναδικό. Στα Κυκλαδονήσια έχουν καταγραφεί όλοι οι δυνατοί τύποι πήλινων κυψελών, κάποιοι από τους οποίους είναι μοναδικοί, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως. Ήσαν σε χρήση: α) οριζόντιες μονόστομες κυψέλες (σε Άνδρο, Τήνο, Κύθνο, Σύρο, Μύκονο, Σέριφο, Σίφνο, Πάρο και Αντίπαρο, Νάξο, Κίμωλο, Μήλο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Αμοργό, Θήρα και Θηρασιά, Ανάφη), οι οποίες τοποθετούνταν κατά βάση εντός θυρίδων στις ξηρολιθικές αναβαθμίδες· β) δίστομες οριζόντιες κυψέλες (σε Αμοργό, Ηρακλειά, Ίο)· γ) επίστομες «καμπάνες», οι οποίες μιμούνταν το σχήμα των επίστομων μελισσοκόφινων (Άνδρος)· και δ) ανάστομες κυψέλες κινητής κηρήθρας (Κέα).
Πέραν του πηλού, σε αρκετά νησιά χρησιμοποιούνταν και κυψέλες από άλλα υλικά. Πλεκτές κυψέλες, μελισσοκόφινα, ήσαν σε χρήση στην Αμοργό (δίστομα οριζόντια - Μπίκος 2009), στην Κέα (ανάστομα - Μπίκος 1999) και στην Άνδρο (επίστομα - Σπέης 2003, 26-41). Σανιδένιες επίστομες κυψέλες μεταχειρίζονταν μελισσοκόμοι στην Άνδρο (Σπέης 2003, 51-53) και σανιδένιες ανάστομες στην Κέα (Μπίκος 1999). Στην Τήνο, τη Σύρο, την Κύθνο, την Πάρο και την Αντίπαρο χρησιμοποιούνταν οριζόντιες μονόστομες κυψέλες από λίθινες πλάκες, ενώ στην Κέα έχει καταγραφεί η χρήση ανάστομων κυψελών από συγκολλημένες σχιστολιθικές πλάκες (Μαυροφρύδης 2020).
Η Άνδρος αποτελούσε μια ιδιαίτερη περίπτωση και σε αυτήν απαντούσε ένας μεγάλος αριθμός τύπων κυψελών, γεγονός μοναδικό για έναν μικρό χώρο, όπως αυτός ενός νησιού του Κυκλάδων. Πλέον λοιπόν των αναφερθέντων παραπάνω, στο βόρειο τμήμα της Άνδρου έχει καταγραφεί και η χρήση κυψελών που χρησιμοποιούσαν φυσικές κοιλότητες (κυψέλες «σπηλιές» και κυψέλες «σπηλιοντούλαπα» - Μπίκος 2011α), κάθετων κυψελών από κουφωμένο κορμό δέντρου (Σπέης 2003, 51) και κυψελών «ντουλάπια» (Μπίκος, 2011β ·Σπέης 2003, 60-70). Οι τελευταίες δημιουργούνταν στους τοίχους διαφόρων κτισμάτων, όπως οικιών, μύλων κελιών κ.ά. Από τον 19ο αιώνα άρχισαν να κατασκευάζονται και ειδικές λιθόκτιστες κατασκευές που έφεραν κυψέλες «ντουλάπια», οι «μελισσότοιχοι» και τα «μελισσόσπιτα». Τα τελευταία, μοναδικά στην Ελλάδα και κατασκευασμένα με την τοπική τεχνική δόμησης, υπερέβαιναν στη βόρεια Άνδρο τα πενήντα.
Η παραδοσιακή μελισσοκομία στις Κυκλάδες δεν είχε αποκλειστικά στατικό χαρακτήρα, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και νομαδικό. Άσκηση νομαδικής μελισσοκομίας από ορισμένους μελισσοκόμους έχει καταγραφεί στην Άνδρο, την Κέα, την Αμοργό και από το σύνολο των μελισσοκόμων στην Ίο (Μαυροφρύδης & συν. 2021).
Η σύγχρονη μελισσοκομία ξεκίνησε στις Κυκλάδες τη δεκαετία του 1930. Το 1937 προσελήφθη ως ειδικός μελισσοκόμος ο Δημήτριος Σεγρέδος από τη Σίκινο, ο οποίος, κατά την τριετία που άσκησε τα καθήκοντά του (1937-1940), περιόδευε στα νησιά και είτε μέσω των λεγόμενων «Μεταβατικών Σχολείων Μελισσοκομίας», είτε μέσω μαθημάτων στον χώρο των μελισσοκομείων, έβαλε τα θεμέλια της σύγχρονης μελισσοκομίας στην περιοχή (Χονδρός 2015, 103-104).
Στον 21ο αιώνα, σύμφωνα με τις δύο τελευταίες Γεωργικές Απογραφές της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, αυτές του 2000 και του 2009, το σύνολο των μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων στις Κυκλάδες ανερχόταν σε 665 και 544, ενώ το σύνολο των κυψελών σε 23.341 και 22.157 αντίστοιχα.
Όσον αφορά τέλος στη μελισσοκομική χλωρίδα των Κυκλάδων, παρόλη τη χαμηλή βλάστηση που χαρακτηρίζει τα κυκλαδίτικα τοπία, η χλωρίδα τους περιλαμβάνει 1.640 taxa (είδη και υποείδη) και είναι από τις πλουσιότερες στην Ευρώπη, σε σχέση με την έκταση τους. Από το σύνολο αυτό, περίπου τα 145 είδη είναι ενδημικά και συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο των απειλούμενων ειδών ή προστατεύονται από την ελληνική νομοθεσία (προεδρικό διάταγμα 67/81) και διεθνείς συμβάσεις.
Κατά τη γυρεοσκοπική ανάλυση μελιού που πραγματοποιήθηκε σε διάφορα νησιά των Κυκλάδων, βρέθηκε ότι το 88% των μετρήσεων έδειξε θυμάρι και σε μικρότερες ποσότητες τα είδη των οικογενειών Lamiaceae, Hypericum, Capparis, Asteracea, Rubus, Leguminosae, Pistacia, Rosaceae, Ericaceae, Eucalyptus, Myrtaceae, κ.ά., αποδεικνύοντας την ποικιλότητα των Κυκλάδων. Το ξηροθερμικό κλίμα της περιοχής, ευνοεί την ανάπτυξη πολλών αρωματικών φυτών, από τα οποία παράγεται μέλι υψηλής ποιότητας και αξίας.
Βιβλιογραφία
Ελληνική
Βιβλιοδέτης Β. 2017. Η κεραμική. Στο: Παλιοκρασσά-Κόπιστα Λ. (επιμ.), Παλαιόπολη Άνδρου, τριάντα χρόνια ανασκαφικής έρευνας, Άνδρος (χ.ε.), σ. 158-175.
Ζαφειροπούλου Φ. 2018. Προφορική μαρτυρία της επιτίμου εφόρου αρχαιοτήτων Φ. Ζαφειροπούλου στον Γ. Μαυροφρύδη τον Νοέμβριο του 2018.
Μαυροφρύδης Γ. 2006. Η μελισσοκομία στον μινωικό – μυκηναϊκό κόσμο. Μελισσοκομική Επιθεώρηση 20(5): 268-272.
Μαυροφρύδης Γ. 2018. Ελληνιστικά πώματα κυψελών για προστασία των μελισσών από τη Vespa orientalis. Στο: Θ΄ Επιστημονική Συνάντηση για την Ελληνιστική Κεραμική. Θεσσαλονίκη 5-9 Δεκεμβρίου 2012. Πρακτικά. Αθήνα (Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων), σ. 849-856.
Μαυροφρύδης Γ. 2020. Οι λίθινες κυψέλες των νησιών της Ανατολικής Μεσογείου. Στο: Χατζήνα Φ., Μαυροφρύδης Γ. (επιμ.), Μελισσοκομία στη Μεσόγειο από την αρχαιότητα ως σήμερα. Αθήνα (ΕΛΓΟ «Δήμητρα»), σ. 126-135.
Μαυροφρύδης Γ., Χαιρετάκης Γ. 2019. Η μελισσοκομία της Σαλαμίνας στη διαχρονία. Μελισσοκομική Επιθεώρηση 33(263): 40-44.
Μαυροφρύδης Γ., Τάταρης Γ., Πετανίδου Θ. 2021. Η γεωγραφία της παραδοσιακής νομαδικής μελισσοκομίας στα νησιά του Αιγαίου. Γεωγραφίες 37: 21-34.
Μπίκος, Θ. 1999. Μελισσοκομικές καταγραφές. Μελισσοκομική Επιθεώρηση 13(1): 5-8.
Μπίκος Θ. 2009. Μελισσοκομικές καταγραφές. Μελισσοκομική Επιθεώρηση 23(6): 412-417.
Μπίκος Θ. 2011α. Μελισσοκομικές καταγραφές. Μελισσοκομική Επιθεώρηση 25(2): 110-115.
Μπίκος Θ. 2011β. Μελισσοκομικές καταγραφές. Μελισσοκομική Επιθεώρηση 25(3): 190-195.
Σπέης Γ. 2003. Θουρίδες και μελισσοκήπια. Άνδρος (Καΐρειος Βιβλιοθήκη).
Χονδρός Κ. Μ. 2015. Παραδοσιακή μελισσοκομία Αιγαίου. Ρόδος (Μελισσοκομικός Σύλλογος Ρόδου «Η κυψέλη).
Ξένη
D’Agata A. L., De Angelis S. 2014. Minoan beehives. Reconstructing the practice of beekeeping in Bronze Age Crete. Στο: G. Touchais, R. Laffineur, Fr. Rougemont (επιμ.), Physis. L’environnement naturel et la relation homme – milieu dans le monde Egéen protohistorique. Lauven – Liege (Peeters), σ. 349-358.
Davaras K. 1986. A new interpretation of the ideogram *168. Kadmos 25(1): 38-43.
Della Rocca Ab. 1790. Traité complet sur les abeilles. 3 T. A Paris (De l’imprimerie de Monsieur).
Faure P. 1973. La vie quotidienne en Crète au temps de Minos (1500 avant Jésus - Christ). Paris (Librairie Hachette).
Harissis H. V., Harissis A. V. 2009. Apiculture in the prehistoric Aegean. Oxford (Archaeopress, BAR International Series).
Казанскене В. П. & Казанский Н. Н. 1986. Предметно-понятийнъιй Словар Греческого Язъιка. Крито-микенский Период. Ленинград (Наука).
Karnava A., Kolia Ε., Margaritis Ε. 2015. A Classical/Hellenistic oil pressing installation in Foti-Vroskopos, Keos. Στο: Diler A., Κ. Şenol, Ü. Aydinoglu (επιμ.), Olive oil and wine production in eastern Mediterranean during antiquity, International Symposium, Urla-Izmir, November 2011. Izmir (Ege Üniversitesi), σ. 107-123.
Melas Μ. 1999. The ethnography of Minoan and Mycenaean beekeeping. Στο: Betancourt, P. P., Karageorgis, R., Laffineur, R., Niemeir, W-D (επιμ.), Meletemata. Studies in Aegean Archaeology Presented to Malcolm H. Wiener as he Enters his 65th Year. Aegeaum 20, Vol. II. Liège – Austin (Université de Liège), σ. 485-491.
Papageorgiou Ι. 2016. Truth lies in the details: Identifying an apiary in the miniature wall painting from Akrotiri, Thera. The Annual of the British School at Athens, 111: 95-120.
Roffet-Salque M., Regert M., Evershed R. P., [& άλλοι 62 ερευνητές] 2015. Widespread exploitation of the honeybee by early Neolithic farmers. Nature 527(7577): 226-231.
Rotroff S. I. 2006. The Athenian Agora. Vol. 33. Princeton (American School of Classical Studies at Athens).
Ruttner F. 1979. Minoische und altgriechische Imkertechnik auf Kreta. Στο:, Bienenmuseum und Geschihte der Bienenzucht. Internationales Symposium Über Bienenwirtschaft, Freiburg 16-18 August 1977. Bukarest (Apimondia), σ. 209-229.
Siebert G. 1988. Délos. Quartier de Skardhana. Bulletin de Correspondance Hellénique: 112: 755-768.
Ventris M., Chadwick J. 1973. Documents in Mycenaean Greek. Cambridge (University Press, 2ρη έκδ.).